Η γεωγραφική ζώνη της βόρειας Ελλάδας εκτείνεται από την οροσειρά της Πίνδου στα δυτικά, μέχρι τη Θράκη στα ανατολικά, με φυσικό σύνορο προς το νότο την οροσειρά του Ολύμπου (βόρειο γεωγραφικό πλάτος περίπου 40°). Οι αμπελώνες στη Βόρεια Ελλάδα (Δράμας και Καβάλας, Χαλκιδικής, Γουμένισσας, Νάουσας, Αμυνταίου, Ραψάνης, Ζίτσας και Μετσόβου κ.ά.) καλύπτουν περίπου 100.000 στρέμματα και επωφελούνται από το ηπιότερο και πιο υγρό κλίμα μεταξύ των αμπελουργικών περιοχών της Ελλάδας. Έτσι, εδώ ευδοκιμούν αρκετές διεθνείς ποικιλίες, παράγοντας μερικά από τα καλύτερα κρασιά από σοβινιόν μπλαν, σαρντονέ και σιρά της Ελλάδας, αλλά και γηγενείς ποικιλίες, προεξέχοντος του ξινόμαυρου, της ευγενέστερης ερυθρής ποικιλίας των αμπελώνων στη Βόρεια Ελλάδα.

Οι αμπελώνες στη Βόρεια Ελλάδα είναι διάσπαρτοι μέσα σε άλλες (δενδρώδεις ή μη) καλλιέργειες, κυρίως σε ομαλό ανάγλυφο, αλλά και σε πλαγιές ορεινών όγκων (ορεινά και ημιορεινά αμπελοτόπια). Συχνά, γειτνιάζουν με θάλασσες και λίμνες, επωφελούμενοι από το ευνοϊκότερο μεσόκλιμα που δημιουργούν οι όγκοι νερού (παραθαλάσσια αμπελοτόπια). Τα εδάφη είναι γενικά γόνιμα με καλή υδατοχωρητικότητα και ευνοούν τη ζωηρότητα της αμπέλου, επιβάλλοντας τη χρήση ανεπτυγμένων συστημάτων διαμόρφωσης και περίτεχνων καλλιεργητικών πρακτικών. Λόγω του ομαλότερου αναγλύφου, σε σχέση με τη νότια Ελλάδα, αλλά και της μεγαλύτερης διαθεσιμότητας φυσικών πόρων (εδάφη, νερό κ.λπ.), οι αμπελώνες στη Βόρεια Ελλάδα είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου γραμμικοί και αρδευόμενοι, με μέσες-μεγάλες αποστάσεις φύτευσης (συνήθως λιγότερα από 400 φυτά ανά στρέμμα).