Articles

Αμπελώνες στην Κρήτη

Οι αμπελώνες στην Κρήτη εντοπίζονται κυρίως στο ανατολικό τμήμα του νησιού και ιδιαίτερα στη βόρεια πλευρά, η οποία δέχεται την ευνοϊκή επίδραση των βόρειων-βορειοανατολικών θαλασσινών ανέμων. Αναπτύσσονται δε με ταχείς ρυθμούς και καθιστούν το νησί από τους σημαντικότερους σε δυναμική αμπελότοπους της Ελλάδας. Οι αμπελώνες στην Κρήτη συγκεντρώνονται κυρίως σε πεδινές εκτάσεις και οροπέδια, σε υψόμετρο έως και 1.000μ. και είναι πλέον διαμορφωμένοι σε γραμμικά σχήματα, αν και διατηρούνται ακόμη πολλά παραδοσιακά κύπελλα. Οι οροσειρές των Λευκών Ορέων, της Ίδης και της Δίκτυς, µε πολλές δεκάδες κορυφές, διατρέχουν την Κρήτη, από δύση προς ανατολή, σχηματίζοντας μεγάλα οροπέδια και χαράδρες και δημιουργώντας μια ατελείωτη ποικιλομορφία από αμπελοτόπια, όπου ευδοκιμούν οι τοπικές ποικιλίες βηλάνα, κοτσιφάλι, λιάτικο και η αιγαιοπελαγίτικη μανδηλαριά, καθώς και πλειάδα άλλων γηγενών ποικιλιών αμπέλου, καθώς και διεθνών. Το ιδιαίτερα ξηροθερµικό κλίμα της Κρήτης, µε την ηλιοφάνεια να καλύπτει το 70% των ηµερών του έτους και την ελάχιστη θερινή βροχόπτωση (μικρότερη από 50mm), μετριάζεται από τη γειτνίαση με το Κρητικό πέλαγος στο βορρά και το Λυβικό στο νότο (παραθαλάσσια αμπελοτόπια) και από το υψόμετρο (ορεινά και ημιορεινά αμπελοτόπια). Αυτοί οι παράγοντες καθιστούν ευκολότερη την προσαρμογή της αμπέλου στο νοτιότερο σημείο της Ελλάδας και της Ευρώπης (βόρειο γεωγραφικό πλάτος 35°).

Αμπελώνες στα νησιά του Αιγαίου

Οι αμπελώνες στα νησιά του Αιγαίου πελάγους (εκτός Κρήτης) καλύπτουν χιλιάδες στρέμματα, όπου καλλιεργούνται σχεδόν αποκλειστικά γηγενείς ποικιλίες. Η θετική επίδραση του τεράστιου υδάτινου όγκου της θάλασσας είναι δεδομένη στους αμπελώνες αυτών των νησιών (παραθαλάσσια αμπελοτόπια). Στο βόρειο Αιγαίο κυριαρχεί η καλλιέργεια των λευκών μοσχάτων ποικιλιών (μοσχάτο άσπρο, μοσχάτο Αλεξανδρείας) ενώ στο νότο, στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα, οι αμπελώνες είναι φυτεμένοι κυρίως με ασύρτικο, αθήρι, μονεμβασιά και την ερυθρή ποικιλία μανδηλαριά, καθώς και με πλήθος άλλες τοπικές ποικιλίες, σε μικρή όμως έκταση. Οι πολύ ισχυροί άνεμοι, που πνέουν καθ’ όλη τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου, το έντονο και συχνά αφιλόξενο ανάγλυφο, τα φτωχά και άγονα εδάφη, με τους ελάχιστους υδατικούς πόρους τους, οδήγησαν στην επικράτηση του παραδοσιακού κυπέλλου ως το κυρίαρχο σχήμα διαμόρφωσης και καλλιέργειας. Η αμπελουργία εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό παραδοσιακή, καθώς ελάχιστοι αμπελώνες είναι μηχανοποιημένοι, ενώ συχνή είναι η διαμόρφωση αναβαθμίδων (πεζούλες), για την αποφυγή της διάβρωσης και την εξοικονόμηση του λιγοστού βρόχινου νερού. Μεταξύ των νησιών του νοτίου Αιγαίου, εξέχουσα θέση στην αμπελοκαλλιέργεια έχει η Σαντορίνη και το μοναδικό φυσικό της περιβάλλον (ηφαιστειακά αμπελοτόπια), αλλά και τα νησιά της Πάρου και της Ρόδου. Στο Βορρά, Σάμος και Λήμνος είναι διάσημες από πολύ παλιά για τα περίφημα γλυκά κρασιά τους.

Αμπελώνες Πελοποννήσου και νησιών Ιονίου

Η Πελοπόννησος είναι ορεινή περιοχή, που χωρίζεται σε δύο κύριους αμπελουργικούς τομείς, από τις οροσειρές που τη διασχίζουν. Τον έναν αποτελούν η κεντρική και ανατολική πλευρά, με βασικές περιοχές τη Νεμέα και τη Μαντίνεια και τον άλλον η δυτική περιοχή. Αυτή ξεκινά από βορρά και τις πλαγιές του Παναχαϊκού όρους (Αίγιο και Πάτρα) και συνεχίζει σε όλο το μήκος των ακτών του Ιονίου πελάγους (Κεφαλλονιά), μέχρι τη Μεσσηνία και με κυριότερους αμπελώνες αυτούς της Αχαΐας στο Βορρά και της Ηλείας και Μεσσηνίας στο Νότο. Οι αμπελώνες Πελοποννήσου και νησιών Ιονίου πελάγους αποτελούν μια περιοχή με ήπιο μεσογειακό κλίμα, λόγω της ευνοϊκής επίδρασης της θαλάσσιας μάζας του Κορινθιακού κόλπου (παραθαλάσσια αμπελοτόπια), αλλά και της προστασίας και των δροσερών ανέμων που παρέχουν οι οροσειρές της Στερεάς Ελλάδας και της κεντρικής Πελοποννήσου. Οι αμπελώνες Πελοποννήσου και νησιών Ιονίουπελάγους συγκεντρώνονται κατά κύριο λόγο στις ημιορεινές και στις ορεινές περιοχές, άλλοτε σε έντονο ανάγλυφο και άλλοτε σε υψίπεδα και κοιλάδες, μεταξύ των ορεινών σχηματισμών (ορεινά και ημιορεινά αμπελοτόπια).

Αμπελώνες στην κεντρική Ελλάδα

Η κεντρική Ελλάδα είναι μια ετερογενής γεωλογικά και φυσιογραφικά γεωγραφική ζώνη, που περιλαμβάνει τη Θεσσαλία (αμπελώνες Μεσενικόλα, Αγχιάλου, Τυρνάβου) έως την οροσειρά της Πίνδου στα ανατολικά και το διαμέρισμα της Στερεάς Ελλάδας στα νότια (αμπελώνες Φθιώτιδας και Βοιωτίας, Αττικής). Στην περιοχή της Αττικής συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος των αμπελώνων στην κεντρική Ελλάδα (100.000 από τα 200.000 συνολικά στρέμματα της ευρείας αυτής ζώνης). Παρά την ποικιλομορφία κλιματικών και τοπογραφικών συνθηκών, οι αμπελώνες στην κεντρική Ελλάδα βρίσκονται κυρίως σε πεδινές περιοχές (ηπειρωτικά αμπελοτόπια) και το προϊόν τους προορίζεται κυρίως για την παραγωγή επιτραπέζιων οίνων. Η καλλιέργεια της αμπέλου γίνεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό με παραδοσιακές μεθόδους (αμπελώνες με διαμόρφωση σε κύπελλα), εκτός από τις πρόσφατες φυτεύσεις και στηρίζεται κατά βάση στην καλλιέργεια γηγενών ποικιλιών, προεξέχοντος του σαββατιανού, της πρώτης σε έκταση φύτευσης ποικιλίας οινοποιίας στην Ελλάδα.

Αμπελώνες στη Βόρεια Ελλάδα

Η γεωγραφική ζώνη της βόρειας Ελλάδας εκτείνεται από την οροσειρά της Πίνδου στα δυτικά, μέχρι τη Θράκη στα ανατολικά, με φυσικό σύνορο προς το νότο την οροσειρά του Ολύμπου (βόρειο γεωγραφικό πλάτος περίπου 40°). Οι αμπελώνες στη Βόρεια Ελλάδα (Δράμας και Καβάλας, Χαλκιδικής, Γουμένισσας, Νάουσας, Αμυνταίου, Ραψάνης, Ζίτσας και Μετσόβου κ.ά.) καλύπτουν περίπου 100.000 στρέμματα και επωφελούνται από το ηπιότερο και πιο υγρό κλίμα μεταξύ των αμπελουργικών περιοχών της Ελλάδας. Έτσι, εδώ ευδοκιμούν αρκετές διεθνείς ποικιλίες, παράγοντας μερικά από τα καλύτερα κρασιά από σοβινιόν μπλαν, σαρντονέ και σιρά της Ελλάδας, αλλά και γηγενείς ποικιλίες, προεξέχοντος του ξινόμαυρου, της ευγενέστερης ερυθρής ποικιλίας των αμπελώνων στη Βόρεια Ελλάδα.

Οι αμπελώνες στη Βόρεια Ελλάδα είναι διάσπαρτοι μέσα σε άλλες (δενδρώδεις ή μη) καλλιέργειες, κυρίως σε ομαλό ανάγλυφο, αλλά και σε πλαγιές ορεινών όγκων (ορεινά και ημιορεινά αμπελοτόπια). Συχνά, γειτνιάζουν με θάλασσες και λίμνες, επωφελούμενοι από το ευνοϊκότερο μεσόκλιμα που δημιουργούν οι όγκοι νερού (παραθαλάσσια αμπελοτόπια). Τα εδάφη είναι γενικά γόνιμα με καλή υδατοχωρητικότητα και ευνοούν τη ζωηρότητα της αμπέλου, επιβάλλοντας τη χρήση ανεπτυγμένων συστημάτων διαμόρφωσης και περίτεχνων καλλιεργητικών πρακτικών. Λόγω του ομαλότερου αναγλύφου, σε σχέση με τη νότια Ελλάδα, αλλά και της μεγαλύτερης διαθεσιμότητας φυσικών πόρων (εδάφη, νερό κ.λπ.), οι αμπελώνες στη Βόρεια Ελλάδα είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου γραμμικοί και αρδευόμενοι, με μέσες-μεγάλες αποστάσεις φύτευσης (συνήθως λιγότερα από 400 φυτά ανά στρέμμα).

Ο αμπελώνας της Ελλάδας

Ο αμπελώνας της Ελλάδας έχει μακρά ιστορία, όντας ένας από τους αρχαιότερους του κόσμου. Συνεχίζει δε να καλλιεργείται αδιάκοπα, οδηγώντας στην παραγωγή κρασιών, εδώ και χιλιάδες χρόνια. Αποτελείται από αμπελουργικές «νησίδες», οι οποίες καλύπτουν σχεδόν κάθε σημείο της χώρας, ηπειρωτικής και νησιωτικής. Η Ελλάδα, με το μεσογειακό κατά κανόνα κλίμα της, βρίσκεται καθ’ όλη την έκτασή της εντός της ευνοϊκής για την αμπελοκαλλιέργεια κλιματικής και γεωγραφικής περιοχής (35° έως 41° βόρειο γεωγραφικό πλάτος). Δέχεται δε την ευεργετική επίδραση της θάλασσας, η οποία περιβάλλει το μεγάλο πλήθος των νησιών της και λόγω του όγκου της επηρεάζει καθοριστικά και το κλίμα ηπειρωτικών περιοχών και ιδιαίτερα αυτό των παραθαλάσσιων αμπελοτοπίων.

Ο αμπελώνας της Ελλάδας εντοπίζεται σε εδάφη και ανάγλυφο που ποικίλλουν έντονα και σε υψόμετρα που ξεκινούν από την επιφάνεια της θάλασσας και φτάνουν να ξεπερνούν τα 1.000μ. Ωστόσο, πολύ μεγάλο μέρος του εκτείνεται σε ορεινά και ημιορεινά αμπελοτόπια και πολύ μικρότερο σε αμπελοτόπια με ηπειρωτικά χαρακτηριστικά.

Χωρίζοντας τον αμπελώνα της Ελλάδας σε μεγάλες γεωγραφικές ενότητες, διακρίνουμε τους αμπελώνες της Βόρειας Ελλάδας, της κεντρικής Ελλάδας (που περιλαμβάνει και αυτόν της Αττικής), της Πελοποννήσου και των νησιών Ιονίου πελάγους, των νησιών του Αιγαίου πελάγους και της Κρήτης. Οι αμπελώνες αυτοί χωρίζονται περαιτέρω σε μικρότερους, με τα δικά τους ιδιαίτερα εδαφοκλιματικά και τοπογραφικά χαρακτηριστικά, τα οποία, σε συνδυασμό με γηγενείς, κυρίως, ποικιλίες αμπέλου, προσδίδουν στα ελληνικά κρασιά τη μοναδικότητα και τη διαφορετικότητα που τα διακρίνουν.