Articles

Ελληνικό κρασί και πολιτισμός

Στην ιστορία του ανθρώπου υπήρξαν πολιτισμοί που στηρίχτηκαν στην αμπελοκαλλιέργεια και στο οινεμπόριο, ενώ ακόμα και σήμερα, στη συνείδηση πολλών, κρασί ίσον πολιτισμός. Κατά τους προϊστορικούς χρόνους, στους τόπους όπου το κλίμα ευνοούσε την αμπελοκαλλιέργεια «γεννιόταν» πολιτισμός και αντίστροφα: η άνθηση και η ευημερία ενός πολιτισμού, συνδεόταν με την άμπελο και τον οίνο. Αυτό δεν είναι τυχαίο: η καλλιέργεια του αμπελιού προϋποθέτει μόνιμη κατοικία και όχι νομαδική ζωή και γίνεται σε άγονα εδάφη, αφήνοντας τα γόνιμα για σιτηρά και άλλες καλλιέργειες. Η παραγωγή του κρασιού απαιτεί τεχνικές γνώσεις και εξειδικευμένες πρακτικές, ενώ το εμπόριό του απαιτεί μεταφορικά μέσα, γνώσεις συναλλαγών, οικονομίας, ναυτιλίας κ.ά. Ένας από τους πολιτισμούς του κρασιού, ο πιο διάσημος και με τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια, ήταν και ο ελληνικός.

 

Οι Έλληνες της αρχαιότητας ανακάλυψαν τον οίνο ως δώρο της φύσης και τον έκαναν έργο τέχνης. Ελληνικό κρασί και πολιτισμός ήταν αγαθά που παρέμειναν διαχρονικά και σημάδεψαν την ιστορία. Ακόμα και όταν στο Βυζάντιο, ο Χριστιανισμός –τον οποίο ασπάστηκαν οι Έλληνες– πολέμησε αρχικά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, στη συνέχεια διατήρησε και διέδωσε όσο τίποτε άλλο, δύο ιδέες: την ελληνική γλώσσα και την τεράστια ελληνική αμπελοοινική κληρονομιά. Ο βυζαντινός πολιτισμός και η ορθόδοξη χριστιανική τέχνη, που στο πέρασμα του χρόνου ταυτίστηκαν με την Ελλάδα, είναι γεμάτοι από συμβολισμούς και αναφορές για το αμπέλι και το κρασί. Συναντώνται σε ψηφιδωτά, αγιογραφίες και μοναστηριακά χειρόγραφα, στη λαϊκή τέχνη και στη δημοτική ποίηση. Οι ονομαστοί βυζαντινοί οίνοι του Αιγαίου πελάγους και των άλλων ελληνικών περιοχών, ήταν οι καλύτεροι πρεσβευτές ενός πολιτισμού, που φώτιζε για αιώνες τη Δύση, μέσα στα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα.

 

Ελληνικό κρασί και πολιτισμός δεν ωφέλησαν όμως μόνο την Ελλάδα. Οι κατά καιρούς κατακτητές της Ελλάδας, άλλοτε εχθρικά και άλλοτε φιλικά, μαζί με τον ελληνικό πολιτισμό, αξιοποίησαν ή εκμεταλλεύτηκαν και τους διάσημους ελληνικούς οίνους, κερδίζοντας φήμη και χρήμα και αναπτύσσοντας το δικό τους πολιτισμό. Ο ρωμαϊκός πολιτισμός εκτός από το Διόνυσο (ως Βάκχο), οικειοποιήθηκε αρκετές από τις προηγμένες αμπελουργικές και οινοποιητικές τεχνικές, μαζί με τα φημισμένα κρασιά που παρήγαγαν οι ελληνικοί αμπελώνες. Οι Βενετοί κι οι άλλοι Ευρωπαίοι των θαλασσών, ήδη από τους μεσαιωνικούς χρόνους, είχαν τα ελληνικά κρασιά ως κύριο έσοδό τους, στα ταξίδια τους, ενώ η Οθωμανική αυτοκρατορία ωφελήθηκε και πλούτισε, τόσο από τη φορολογία της διάσημης ελληνικής οινοπαραγωγής, όσο και από τη συνύπαρξη με τους Έλληνες χριστιανούς, που ποτέ δεν έχασαν το «γονιδιακό» οινικό τους ένστικτο.

 

Υπάρχουν αρκετοί λαοί στον κόσμο, που το αμπέλι και το κρασί ήταν ή είναι στενά δεμένο με την καθημερινή ζωή τους. Το κρασί στην καθημερινότητα της Ελλάδας αποτελεί μια πανάρχαια υπόθεση. Για την ακρίβεια, χάνεται στα βάθη του χρόνου. Η σχέση του αμπελιού, που καλλιεργείτο και καλλιεργείται σχεδόν σε όλη την Ελλάδα και βέβαια του κρασιού, που παράγεται και καταναλώνεται διαχρονικά, είναι μακρόχρονες. Τόσο τα προϊόντα της αμπέλου, όσο και το κρασί αποτελούν βασικά πολιτισμικά, κοινωνικά και διατροφικά αγαθά των Ελλήνων.

 

Το κρασί στην καθημερινότητα των Ελλήνων, από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα – ως διατροφικό συμπλήρωμα, ως θρησκευτικό αγαθό ή ως απλή απόλαυση – αποτέλεσε και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της συλλογικής ελληνικής μνήμης και τείνει να γίνει εγγραφή στο ελληνικό DNA.

 

Ελληνικό κρασί και κουλτούρα είναι άρρηκτα δεμένες έννοιες. Ελληνικό κρασί και κουλτούρα, στη σημερινή πια Ελλάδα, συνεχίσουν να αποτελούν «ένα». Στα ίδια χώματα, οι απόγονοι των αρχαίων Eλλήνων αμπελουργών και οινοποιών καλλιεργούν τα αμπέλια τους, για να δώσουν σε όλον τον κόσμο τον καρπό του ελληνικού ήλιου και της ελληνικής γης, μέσα από το νέο οινικό πολιτισμό τους. Έτσι, τα σύγχρονα ελληνικά κρασιά αποτελούν προϊόντα δημιουργίας ενός λαού, που η ιστορία του αμπελιού και του κρασιού του είναι η ίδια η ιστορία του πολιτισμού του!

Αμπελώνες στην Κρήτη

Οι αμπελώνες στην Κρήτη εντοπίζονται κυρίως στο ανατολικό τμήμα του νησιού και ιδιαίτερα στη βόρεια πλευρά, η οποία δέχεται την ευνοϊκή επίδραση των βόρειων-βορειοανατολικών θαλασσινών ανέμων. Αναπτύσσονται δε με ταχείς ρυθμούς και καθιστούν το νησί από τους σημαντικότερους σε δυναμική αμπελότοπους της Ελλάδας. Οι αμπελώνες στην Κρήτη συγκεντρώνονται κυρίως σε πεδινές εκτάσεις και οροπέδια, σε υψόμετρο έως και 1.000μ. και είναι πλέον διαμορφωμένοι σε γραμμικά σχήματα, αν και διατηρούνται ακόμη πολλά παραδοσιακά κύπελλα. Οι οροσειρές των Λευκών Ορέων, της Ίδης και της Δίκτυς, µε πολλές δεκάδες κορυφές, διατρέχουν την Κρήτη, από δύση προς ανατολή, σχηματίζοντας μεγάλα οροπέδια και χαράδρες και δημιουργώντας μια ατελείωτη ποικιλομορφία από αμπελοτόπια, όπου ευδοκιμούν οι τοπικές ποικιλίες βηλάνα, κοτσιφάλι, λιάτικο και η αιγαιοπελαγίτικη μανδηλαριά, καθώς και πλειάδα άλλων γηγενών ποικιλιών αμπέλου, καθώς και διεθνών. Το ιδιαίτερα ξηροθερµικό κλίμα της Κρήτης, µε την ηλιοφάνεια να καλύπτει το 70% των ηµερών του έτους και την ελάχιστη θερινή βροχόπτωση (μικρότερη από 50mm), μετριάζεται από τη γειτνίαση με το Κρητικό πέλαγος στο βορρά και το Λυβικό στο νότο (παραθαλάσσια αμπελοτόπια) και από το υψόμετρο (ορεινά και ημιορεινά αμπελοτόπια). Αυτοί οι παράγοντες καθιστούν ευκολότερη την προσαρμογή της αμπέλου στο νοτιότερο σημείο της Ελλάδας και της Ευρώπης (βόρειο γεωγραφικό πλάτος 35°).

Αμπελώνες στα νησιά του Αιγαίου

Οι αμπελώνες στα νησιά του Αιγαίου πελάγους (εκτός Κρήτης) καλύπτουν χιλιάδες στρέμματα, όπου καλλιεργούνται σχεδόν αποκλειστικά γηγενείς ποικιλίες. Η θετική επίδραση του τεράστιου υδάτινου όγκου της θάλασσας είναι δεδομένη στους αμπελώνες αυτών των νησιών (παραθαλάσσια αμπελοτόπια). Στο βόρειο Αιγαίο κυριαρχεί η καλλιέργεια των λευκών μοσχάτων ποικιλιών (μοσχάτο άσπρο, μοσχάτο Αλεξανδρείας) ενώ στο νότο, στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα, οι αμπελώνες είναι φυτεμένοι κυρίως με ασύρτικο, αθήρι, μονεμβασιά και την ερυθρή ποικιλία μανδηλαριά, καθώς και με πλήθος άλλες τοπικές ποικιλίες, σε μικρή όμως έκταση. Οι πολύ ισχυροί άνεμοι, που πνέουν καθ’ όλη τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου, το έντονο και συχνά αφιλόξενο ανάγλυφο, τα φτωχά και άγονα εδάφη, με τους ελάχιστους υδατικούς πόρους τους, οδήγησαν στην επικράτηση του παραδοσιακού κυπέλλου ως το κυρίαρχο σχήμα διαμόρφωσης και καλλιέργειας. Η αμπελουργία εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό παραδοσιακή, καθώς ελάχιστοι αμπελώνες είναι μηχανοποιημένοι, ενώ συχνή είναι η διαμόρφωση αναβαθμίδων (πεζούλες), για την αποφυγή της διάβρωσης και την εξοικονόμηση του λιγοστού βρόχινου νερού. Μεταξύ των νησιών του νοτίου Αιγαίου, εξέχουσα θέση στην αμπελοκαλλιέργεια έχει η Σαντορίνη και το μοναδικό φυσικό της περιβάλλον (ηφαιστειακά αμπελοτόπια), αλλά και τα νησιά της Πάρου και της Ρόδου. Στο Βορρά, Σάμος και Λήμνος είναι διάσημες από πολύ παλιά για τα περίφημα γλυκά κρασιά τους.

Αμπελώνες Πελοποννήσου και νησιών Ιονίου

Η Πελοπόννησος είναι ορεινή περιοχή, που χωρίζεται σε δύο κύριους αμπελουργικούς τομείς, από τις οροσειρές που τη διασχίζουν. Τον έναν αποτελούν η κεντρική και ανατολική πλευρά, με βασικές περιοχές τη Νεμέα και τη Μαντίνεια και τον άλλον η δυτική περιοχή. Αυτή ξεκινά από βορρά και τις πλαγιές του Παναχαϊκού όρους (Αίγιο και Πάτρα) και συνεχίζει σε όλο το μήκος των ακτών του Ιονίου πελάγους (Κεφαλλονιά), μέχρι τη Μεσσηνία και με κυριότερους αμπελώνες αυτούς της Αχαΐας στο Βορρά και της Ηλείας και Μεσσηνίας στο Νότο. Οι αμπελώνες Πελοποννήσου και νησιών Ιονίου πελάγους αποτελούν μια περιοχή με ήπιο μεσογειακό κλίμα, λόγω της ευνοϊκής επίδρασης της θαλάσσιας μάζας του Κορινθιακού κόλπου (παραθαλάσσια αμπελοτόπια), αλλά και της προστασίας και των δροσερών ανέμων που παρέχουν οι οροσειρές της Στερεάς Ελλάδας και της κεντρικής Πελοποννήσου. Οι αμπελώνες Πελοποννήσου και νησιών Ιονίουπελάγους συγκεντρώνονται κατά κύριο λόγο στις ημιορεινές και στις ορεινές περιοχές, άλλοτε σε έντονο ανάγλυφο και άλλοτε σε υψίπεδα και κοιλάδες, μεταξύ των ορεινών σχηματισμών (ορεινά και ημιορεινά αμπελοτόπια).

Αμπελώνες στην κεντρική Ελλάδα

Η κεντρική Ελλάδα είναι μια ετερογενής γεωλογικά και φυσιογραφικά γεωγραφική ζώνη, που περιλαμβάνει τη Θεσσαλία (αμπελώνες Μεσενικόλα, Αγχιάλου, Τυρνάβου) έως την οροσειρά της Πίνδου στα ανατολικά και το διαμέρισμα της Στερεάς Ελλάδας στα νότια (αμπελώνες Φθιώτιδας και Βοιωτίας, Αττικής). Στην περιοχή της Αττικής συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος των αμπελώνων στην κεντρική Ελλάδα (100.000 από τα 200.000 συνολικά στρέμματα της ευρείας αυτής ζώνης). Παρά την ποικιλομορφία κλιματικών και τοπογραφικών συνθηκών, οι αμπελώνες στην κεντρική Ελλάδα βρίσκονται κυρίως σε πεδινές περιοχές (ηπειρωτικά αμπελοτόπια) και το προϊόν τους προορίζεται κυρίως για την παραγωγή επιτραπέζιων οίνων. Η καλλιέργεια της αμπέλου γίνεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό με παραδοσιακές μεθόδους (αμπελώνες με διαμόρφωση σε κύπελλα), εκτός από τις πρόσφατες φυτεύσεις και στηρίζεται κατά βάση στην καλλιέργεια γηγενών ποικιλιών, προεξέχοντος του σαββατιανού, της πρώτης σε έκταση φύτευσης ποικιλίας οινοποιίας στην Ελλάδα.